BlogΗ "μεγάλη" Γιώτα μιλάει για τη μικρή

Μια σύντομη βουτιά στις θύμησες της παιδικής ηλικίας, με αφορμή τις ερωτήσεις που μου έθεσε το μικρό και η συγγραφέας Θεοδώρα Κατσιφή

 

το μικρό

συναντά τη μικρή Γιώτα Αλεξάνδρου

*

Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΜΕ ΕΒΑΖΕ… να αρμαθιάζω καπνό, όπως έκανε εκείνη μικρή, όταν πηγαίναμε στο χωριό της. Θυμάμαι τα χέρια μου να κολλάνε και να γίνονται μαύρα, να κόβομαι κάθε τόσο με τη βελόνα. Μου άρεσε, όμως, αυτή η διαδικασία γιατί καθόμασταν όλοι μαζί, μια οικογένεια. Οι μεγάλοι πείραζαν εμάς τους μικρούς και μας έλεγαν ιστορίες από τα παιδικά τους χρόνια στο χωριό. Δύσκολα χρόνια.

*

ΔΕΝ ΘΑ ΞΕΧΑΣΩ ΠΟΤΕ… τον δάσκαλο που είχαμε στην Ε’ Δημοτικού. Γλυκός, ήρεμος, χαμογελαστός. Πάντα εύρισκε κάτι να μας πει για να ευθυμήσουμε.

*

ΠΕΡΙΜΕΝΑ ΠΩΣ ΚΑΙ ΠΩΣ… να έρθει το καλοκαίρι για να πάμε στη θάλασσα. Βουτούσα και γινόμουν ένα με τα ψάρια. Δεν αποχωριζόμουν το νερό παρά μόνο όταν άρχιζα να …βγάζω λέπια. Ακόμα αυτό κάνω.

*

ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΗΜΟΥΝ… καλή μαθήτρια και ο Ρομπέν των Δασών! Με στεναχωρούσε η αδικία σε όλες της τις μορφές. Και έσπευδα όπως μπορούσα να τη διορθώσω. Δεν έκλεβα βέβαια τους πλούσιους συμμαθητές μου -δεν είχα κιόλας- για να δίνω χρήματα στους φτωχούς, γιατί η τιμιότητα ήταν -και παραμένει- ένα ακόμη μειονέκτημά μου. Υπερασπιζόμουν, όμως, τους πιο αδύναμους από μένα. Θυμάμαι μια συμμαθήτριά μας στην Α’ Γυμνασίου με βηματοδότη στην καρδιά και ελαφριά νοητική υστέρηση, που οι εξυπνάκηδες της τάξης μας την είχαν βάλει στο μάτι, την κυνηγούσαν και την κορόιδευαν. Κάθε φορά που προσπαθούσα να τους σταματήσω, τα έβαζαν μαζί μου. Όρθωνα το ανάστημά μου για τους άλλους, για τον εαυτό μου, όμως, όχι. Και ως ιδιαίτερα ευαίσθητο παιδί, υπέφερα σιωπηλά. Γι’ αυτό και μεγαλώνοντας έγραψα μια ιστορία για τον εκφοβισμό με ήρωα έναν άλλον Ρομπέν. Γιατί είναι λυτρωτικό να μιλάμε, να μοιραζόμαστε ό,τι μας πονάει και να βάζουμε τα όριά μας, ιδιαίτερα στην επιθετική συμπεριφορά.

Αυτή τη συμμαθήτρια μάλιστα τη συνάντησα πρόσφατα, τυχαία. Αγκαζέ με τη μητέρα της. Εκείνη που τη φρόντιζε τότε ένα τρεμάμενο κλαράκι τώρα. Ένιωσα συγκίνηση που ήταν καλά κι ας μη με θυμόταν πια.

*

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΠΑΡΑΛΙΓΟ… να καταλήξω στο νοσοκομείο έχοντας καταβροχθίσει ένα ολόκληρο καφάσι με σύκα.

*

ΜΟΥ ΑΡΕΣΕ ΚΥΡΙΩΣ… να παίζω παραστάσεις με αυτοσχέδιες κούκλες για τα παιδιά της γειτονιάς. Οι πρώτες μου ιστορίες.

*

ΤΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑ ΜΥΡΙΖΑΝ… πεύκο και αλμύρα. Αντηλιακό και καρπούζι. Γιασεμί και τριαντάφυλλα από τον κήπο του εξοχικού μας.

*

ΤΟ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΠΟΥ ΕΙΧΑ ΚΑΝΕΙ… ήταν να ξεχαστώ παίζοντας, στα έξι μου, με μια παρέα παιδιών μέσα σε κάποια πολυκατοικία της γειτονιάς και να με ψάχνουν ανήσυχοι οι γονείς μου. Ήμουν πολύ κοινωνικό παιδί.

*

ΖΗΤΟΥΣΑ ΔΙΑΡΚΩΣ… γλυκά και βιβλία. Είδα και έπαθα -σχετικά πρόσφατα- να… απεξαρτηθώ από αυτή τη βλαβερή συνήθεια. Να τρώω γλυκά, όχι να διαβάζω βιβλία.

*

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ ΣΥΝΗΘΙΖΕ… να χορεύει και να τραγουδάει με κάθε ευκαιρία. Να τραγουδάει και να χαμογελάει. Να χαμογελάει και να τραγουδάει. Με αυτή την κρυστάλλινη φωνή. Με αυτή την καθαρή καρδιά. Με αυτά τα ειλικρινή μάτια. Που ακόμα έχει. Κι εγώ τον καμάρωνα και τον καμαρώνω.

*

Τι είναι για σένα «το μικρό;»

Η χαρά του σήμερα και η ελπίδα για ένα πιο όμορφο και ανθρώπινο αύριο.